Συνδικαλισμός ή αναρχία;

Τον τελευταίο καιρό γίνεται πολύ συζήτηση σχετικά με το ρόλο του συνδικαλισμού
στην κρίσιμη περίοδο που διανύουμε. Για πολλούς ο αγώνας για τη διατήρηση των
παλαιότερων κατακτήσεων του εργατικού κινήματος είναι κάτι εξωφρενικό ειδικά
τώρα που η ανεργία καλπάζει και χιλιάδες άνθρωποι χάνουν κάθε μέρα τις δουλειές
τους. Η απόγνωση και η ανέχεια οδηγούν τους περισσότερους στο να σκέπτονται :
« δουλειά να ‘ναι κι ο,τι να ‘ναι ».
Όποιος είναι καταχρεωμένος στις τράπεζες και έχει πίσω μια οικογένεια να συντηρήσει δεν έχει και πολλά περιθώρια έτσι ο μόνος δρόμος που του απομένει είναι η υποταγή στις ορέξεις των αφεντικών. Όταν τρέχουν οι ανάγκες ποιος έχει το χρόνο και τη διάθεση να καταστρώσει επαναστατικά σχέδια και να πειραματιστεί με ενέργειες για την ανατροπή της υπάρχουσας κοινωνικής κατάστασης; Ο καθένας κλείνεται στο καβούκι του, υπομένει μόνος του τη δυστυχία του και απλά ελπίζει σε ένα θαύμα που θα τον βγάλει από τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται. Δυστυχώς, αλλά έτσι είναι στις περισσότερες περιπτώσεις. Όταν γύρω βασιλεύει η ηττοπάθεια και η αντίληψη ότι τίποτα δεν αλλάζει πως μπορείς να περιμένεις ότι θα αναπτυχθεί ένα ισχυρό κίνημα που θα σαρώσει τα πάντα και θα ανοίξει νέους δρόμους;
Απ’ την άλλη υπάρχουν αρκετοί ( κυρίως στο χώρο της αριστεράς ) που θεωρούν
ότι η τωρινή κατάντια είναι αποτέλεσμα της μακροχρόνιας αδράνειας του εργατικού
κινήματος. Όταν τη δεκαετία του 90 είχε απαξιωθεί εντελώς ο συνδικαλισμός δεν
άργησε να ξεκινήσει η κατρακύλα που μας πήγε πολλά χρόνια πίσω. Καθώς όμως
είχε προηγηθεί η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ο κόσμος έπαψε να πιστεύει
στους εργατικούς παραδείσους που του υπόσχονταν παλιότερα και πλέον δεν είχε
όραμα για μια καλύτερη ζωή. Αν τις προηγούμενες δεκαετίες το δίλημμα ήταν :
καπιταλισμός ή σοσιαλισμός αυτό άλλαξε δραματικά με τον καπιταλισμό να αποτελεί
μονόδρομο.
Όσοι επέμεναν να πιστεύουν ότι η Κούβα ήταν το τελευταίο σοσιαλιστικό προπύργιο
και ένα δείγμα της ιδανικής κοινωνίας, κατάλληλο προς μίμηση απ’ όλους σίγουρα θα
πάγωσαν στο άκουσμα των νέων μέτρων που ανακοινώθηκαν για τον εκσυγχρονισμό
της χώρας δια στόματος μάλιστα του ιστορικού ηγέτη Φιντέλ Κάστρο. Τώρα πια δε
μένει καμιά αμφιβολία ότι η πορεία της Κούβας θα είναι η ίδια με αυτή ενός
οποιουδήποτε καπιταλιστικού κράτους. Πλανάται λοιπόν το ερώτημα « και τώρα τι; ».
Δεν υπάρχει πια κανένα πρότυπο που να μπορεί να εμπνεύσει το εργατικό κίνημα.
Παρόλα αυτά κάποιοι προτείνουν αγώνες για καλύτερους μισθούς, λιγότερες ώρες
εργασίας και συνταξιοδότηση σε μικρότερη ηλικία ( ιδίως το ΠΑ.ΜΕ ). Εκ πρώτης
όψεως τα παραπάνω αιτήματα φαίνονται απολύτως λογικά και αναγκαία αλλά αν το
σκεφτεί κανείς λίγο περισσότερο κάτι δεν πάει καλά. Η κατάσταση θυμίζει την ιστορία όπου τα ποντίκια έκαναν συμβούλιο για το πως θα αντιμετωπίσουν τη γάτα
και τελικά σκέφτηκαν να της κρεμάσουν ένα κουδούνι στο λαιμό για να την ακούν
όταν έρχεται. Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα. Ποιος θα της το φόραγε; Έτσι λοιπόν
μπορεί να υπάρχουν καλές ιδέες αλλά ποιος θα τις εφαρμόσει;
Μιλώντας για το ΠΑ.ΜΕ, η πρόταση των στελεχών του είναι : « Ψηφίστε Κ.Κ.Ε και
όταν πάρουμε την εξουσία στα χέρια μας θα περάσουμε φιλεργατικούς νόμους ».
Ζητάνε δηλαδή να παραιτηθείς από τον αγώνα για μια καλύτερη ζωή και να εμπιστευτείς την τύχη σου στα χέρια των ειδικών – των εργατοπατέρων δηλαδή. Είναι
απορίας άξιο το πως θα εφαρμόσουν αυτά που υπόσχονται κινούμενοι στα πλαίσια
της αστικής νομιμότητας. Ας πούμε ότι αποκτούν εξουσία. Από κει και πέρα τι θα
κάνουν; Ας υποθέσουμε ότι θεσπίζουν βασικό μισθό 1.200 Ευρώ ώστε να έχουν όλοι
οι εργαζόμενοι ένα καλό επίπεδο διαβίωσης. Τι γίνεται όμως με τους εργοδότες; Πως
θα μπορέσουν να τους το επιβάλουν; Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης που ζούμε
κάθε επενδυτής – βιομήχανος μπορεί να μεταφέρει ανά πάσα στιγμή το κεφάλαιο του
και την επιχείρηση του σε όποια χώρα θέλει. Αν λοιπόν πιεστούν να αυξήσουν τους
μισθούς δε θα κάτσουν με σταυρωμένα τα χέρια. Θα μετακινηθούν αλλού για να
βρουν φθηνούς εργαζόμενους. Ένας τεράστιος αριθμός εργοστασίων έχει μετακινηθεί
ήδη προς τις Βαλκανικές και τις Ασιατικές χώρες όπου ανθεί το ξεζούμισμα των
εργατών μέχρι τελικής πτώσεως και τα εργασιακά δικαιώματα είναι ανύπαρκτα.
Όλοι αυτοί που κόπτονται για την οικονομική ανάπτυξη και την εκβιομηχάνιση της
χώρας τι θα κάνουν αν αρχίσουν να φεύγουν όλα τα εργοστάσια απ’ την Ελλάδα;
Θα πάρουν πίσω όλους τις φιλεργατικούς νόμους ώστε να κρατήσουν στη χώρα τους εκμεταλλευτές ή θα απαλλοτριώσουν τις βιομηχανίες τους με σκοπό να τις
διαχειρίζεται το κράτος που θα γίνει ο μοναδικός εργοδότης; Αν λοιπόν επιλέξουν
το δεύτερο θα χρειαστεί να καταβάλουν τεράστιες αποζημιώσεις στους ιδιοκτήτες
τους. Το να γίνει κρατικοποίηση χωρίς να πληρωθούν οι βιομήχανοι θα ήταν παράνομο. Πως θα βρεθούν λοιπόν αυτά τα χρήματα; Είτε θα καταφύγουν στη λύση
του εξωτερικού δανεισμού ή θα συμφωνήσουν με τους ιδιοκτήτες στην καταβολή
των χρημάτων τους σε δόσεις. Έτσι όταν κρατικοποιηθούν τα διάφορα βιομηχανικά
συγκροτήματα θα πρέπει η παραγωγικότητα να εκτιναχθεί στα ύψη διαφορετικά δε
θα μαζευτούν τα απαιτούμενα χρήματα και θα φανούν ασυνεπείς στην πληρωμή των
χρεών τους. Σε περίπτωση που ο στόχος είναι η οικονομική ανάπτυξη εύκολα μπορεί
να καταλάβει κανείς ότι οι υποσχέσεις για μεγαλύτερους μισθούς, λιγότερες ώρες εργασίας και σύνταξη σε μικρότερη ηλικία θα πάνε περίπατο. Η « σοσιαλιστική »
Σοβιετική Ένωση δε δίστασε να ξεκινήσει το πυρηνικό της πρόγραμμα παρά τους
τεράστιους κινδύνους που έκρυβε για τον ντόπιο πληθυσμό και τους γείτονες του.
Συν τοις άλλοις έγιναν τρομερές σπατάλες για την ανάπτυξη της διαστημικής
τεχνολογίας ώστε να μπορούν να συναγωνιστούν τις Η.Π.Α. Προκειμένου να γίνει η
χώρα τους πιο ανταγωνιστική, οι κόκκινοι ηγέτες έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια τις πραγματικές ανάγκες και επιθυμίες του λαού τους ενώ έκαναν τα
πάντα για να πείσουν τον κόσμο ότι πρέπει να ανέχεται οτιδήποτε και να θυσιάζεται
για να πάει μπροστά η οικονομία.
Ας αφήσουμε όμως την παραπάνω πιθανή έκβαση των συνδικαλιστικών αγώνων και
αυτή τη φορά ας υποθέσουμε ότι η προσπάθεια στέφεται από επιτυχία. Κατά πόσο
όμως μπορεί κανείς να είναι ευχαριστημένος με καλύτερες συνθήκες εκμετάλλευσης;
Ο περισσότερος κόσμος βέβαια δεν έχει ούτε όραμα ούτε κάποιο μέτρο σύγκρισης
και βλέπει την ύπαρξη του καπιταλισμού και του χρήματος ως φυσικό φαινόμενο.
Αν ρωτήσεις κάποιον γιατί δουλεύει θα σου απαντήσει ότι το κάνει για να βγάλει
χρήματα ώστε να έχει να φάει. Καθώς οι σύγχρονοι άνθρωποι έχουν αποξενωθεί από
το φυσικό περιβάλλον και έχουν αφήσει πίσω τους την τροφοσυλλεκτική εποχή δε
μπορούν να αντιληφθούν ότι και τώρα όπως και παλιά η μάνα γη τους έτρεφε και
όχι το χρήμα. Αλλά όταν βλέπουν την τροφή ως εμπόρευμα στα ράφια των σουπερμάρκετ που θα φτάσει στο τραπέζι τους μόνο αν έχουν να την αγοράσουν
είναι φυσικό κι επόμενο να πιστέψουν ότι η εργασία και το χρήμα που τους αποφέρει είναι αυτό που εξασφαλίζει την επιβίωση τους. Έτσι στο μυαλό τους
μεγαλύτερος μισθός ισοδυναμεί με καλοπέραση. Μέγα λάθος! Αν πχ κάποιος γίνει
δημόσιος υπάλληλος σε ένα πυρηνικό εργοστάσιο ή σε κάποια άλλη επιβλαβή
βιομηχανία με υψηλό μισθό θα πρέπει να είναι ικανοποιημένος μ’ αυτό; Τι θα τα
κάνει τα χρήματα αν χάσει την υγεία του; Που θα βρει ασφαλή τροφή και καθαρό αέρα για να ζήσει όταν τα πάντα γύρω του θα έχουν μολυνθεί λόγω της αχαλίνωτης ανάπτυξης; Ένας οικοδόμος που σακατεύεται σε εργατικό ατύχημα θα
είναι πιο ευχαριστημένος αν το πάθει δουλεύοντας με τριπλάσιο μεροκάματο απ’ ότι
παλιότερα; Ένας εργαζόμενος στη Δ.Ε.Η που κινδυνεύει κάθε στιγμή να πάθει ηλεκτροπληξία θα αισθάνεται πιο άνετα αν παίρνει έναν τεράστιο μισθό; Είναι πολύ
πιο σημαντικό να έχει κάποιος την υγεία του και να είναι ασφαλής παρά να βγάζει τα τρελά λεφτά ή να παίρνει τεράστια επιδόματα ανθυγιεινής εργασίας. Αν για
παράδειγμα ένας οξυγονοκολλητής τυφλωθεί από έγκαυμα όσα και να του δώσουν
δε θα γυρίσουν το χρόνο πίσω πριν γίνει το ατύχημα. Όσοι θεωρούν ότι το να
υπάρχει δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη λύνει όλα τα προβλήματα γελιούνται.
Το θέμα είναι τι θα γίνει ώστε να αποτρέπονται κάτι τέτοια ατυχήματα που οφείλονται ξεκάθαρα στην καταπίεση και τις άθλιες συνθήκες εργασίας που επικρατούν στα κάτεργα της μισθωτής σκλαβιάς.
Είναι βέβαιο ότι σε μια αναρχική κοινωνία ένας μεγάλος αριθμός επαγγελμάτων που
είναι βλαβερά θα καταργούνταν οριστικά. Το να προσπαθείς να χρυσώσεις το χάπι
με αυξήσεις μισθών δεν είναι και ο,τι πιο έξυπνο.
Τώρα όσον αφορά τη μείωση των ωρών εργασίας πιστεύω ότι αποτελεί κοροϊδία τη
στιγμή που ζούμε σε μια καπιταλιστική κοινωνία όπου ο χρόνος είναι χρήμα. Ακόμα
κι αν μια ισχυρή κυβέρνηση πιέσει τους εργοδότες για 7ωρη ή 6ωρη πενθήμερη εργασία αυτοί θα βρουν τον τρόπο να κρατήσουν την παραγωγή στα ίδια επίπεδα.
Η δουλειά θα γίνει ακόμα πιο εντατική αν πρέπει κανείς να παράγει μέσα σε 6 ώρες όσα παρήγαγε σε 8 ώρες. Συν τοις άλλοις θα προτιμούνται οι νέοι ενώ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία θα μένουν εκτός εργασίας. Αν παραδείγματος χάρη ένας
εργολάβος βιάζεται να βγει η δουλειά στην οικοδομή γιατί να προτιμήσει ένα συνεργείο μαστόρων ηλικίας 40 – 50 χρονών αντί για μια ομάδα εικοσάρηδων που
έχει μεγαλύτερες αντοχές και όρεξη;
Πέρα απ’ αυτά πολλοί εργαζόμενοι απασχολούνται σε δύο ή ακόμα και τρεις θέσεις.
Γνωρίζω περίπτωση γυναίκας που δουλεύει σε σουπερμάρκετ με μερική απασχόληση
κι έπειτα μοιράζει στο δρόμο διαφημιστικά φυλλάδια μέχρι να βραδιάσει και να πάει στο σουβλατζίδικο όπου τυλίγει πίτες. Έτσι παρότι εργάζεται λίγες ώρες στην
κάθε θέση αν τις αθροίσει κανείς είναι φανερό ότι χάνει όλη της τη ζωή στη βιοπάλη. Κι αυτό ισχύει για τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού.
Όποιος δυσκολεύεται να τα φέρει βόλτα δε θα δουλέψει 6 ή 7 ώρες την ημέρα αλλά
πολύ περισσότερο. Γι ‘ αυτό μια μείωση των εργάσιμων ωρών είναι δώρον άδωρον.
Μάλιστα συχνά είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που επιθυμούν υπερωρίες. Αρκεί να
θυμηθεί κανείς τα καραγκιοζιλίκια που έγιναν στην Ερμού και το Μοναστηράκι όταν
συνδικαλιστές και αριστερίστικες ομάδες προσπάθησαν να εμποδίσουν τη λειτουργία
των μαγαζιών την Κυριακή και το ξεχείλωμα του ωραρίου. Αντί να συγκρουστούν
με τα δυσαρεστημένα αφεντικά κατέληξαν να πιαστούν στα χέρια με αγριεμένους
πωλητές οι οποίοι πίστευαν ότι κάνοντας αυτή τη θυσία θα έσωζαν τη θέση εργασίας τους. Μια γνωστή μου που είχε πάρει μέρος στη διαμαρτυρία δέχτηκε επίθεση από έναν υπάλληλο ο οποίος προσπάθησε να την αρπάξει απ’ το λαιμό και αφού την έβρισε με τον πιο χυδαίο τρόπο της είπε : « Άντε γαμήσου μωρή πουτάνα, εγώ θέλω να δουλέψω. Έχεις κάνα πρόβλημα; Δε θέλω ούτε Σαββατοκύριακο ούτε ξεκούραση. Λεφτά θέλω για την οικογένεια μου. Αυτά ποιος θα μου τα δώσει; Εσύ και τα φιλαράκια σου; Δε μας παρατάτε στην ησυχία μας; »
Ένα άλλο μεγάλο θέμα για το συνδικαλισμό είναι τα όρια συνταξιοδότησης τα οποία ολοένα και αυξάνονται. Μια μείωση τους όμως κατά πόσο θα έκανε τη ζωή
των εργαζομένων πιο υποφερτή; Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι στον καπιταλισμό τίποτα δε γίνεται τυχαία. Οι εξουσιαστές έχουν στα χέρια τους στοιχεία σχετικά με
τις ανθρώπινες αντοχές και τις φθορές που παθαίνει κανείς μετά από κάποια χρόνια
εργασίας τα οποία χρησιμοποιούν για το συμφέρον τους. Έτσι εκμεταλλεύονται τους
εργαζόμενους μέχρι την τελική εξάντληση των δυνάμεων τους και αφού τους έχουν
πια καταντήσει ερείπια τους δίνουν μια σύνταξη για να αποσυρθούν και να πάνε να
ψοφήσουν σε ένα ράντζο στο νοσοκομείο. Τι νόημα έχει λοιπόν να πάρεις σύνταξη
στα 55 αν έχεις καταστραφεί ψυχικά και σωματικά λόγω της εκμετάλλευσης; Ακόμα
όμως και σε περίπτωση που δεν έχεις φθαρεί θα έχεις χάσει αρκετά χρόνια απ’ τη
ζωή σου δουλεύοντας και αυτά δε μπορεί κανένας να σου τα δώσει πίσω. Ποιος θα
σε αποζημιώσει για την ατελείωτη βαρεμάρα, την κούραση και τον εκνευρισμό που
αισθανόσουν όταν έπρεπε να περνάς 8 ή περισσότερες ώρες σε μια σκατοδουλειά για να επιβιώσεις;
Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο καπιταλισμός δεν παίρνει βελτίωση, δεν εξωραΐζεται παρά μόνο ανατρέπεται. Σε όλες του τις μορφές παραμένει μια σκέτη βαρβαρότητα
και όσο πιο σύντομα το καταλάβει ο καθένας τόσο το καλύτερο. Γιατί το θέμα δεν
είναι το πως θα ζεις σε ένα καλύτερο κλουβί αλλά το πως θα βγεις απ’ αυτό. Και
ο μόνος δρόμος είναι η αναρχία μιας και μόνο τότε θα μπορείς να είσαι αφέντης
του εαυτού σου και να ορίζεις εσύ τη ζωή σου μακριά από τους επιτήδειους και
τις βδέλλες που παραμονεύουν να σου πιουν το αίμα.

Advertisements
This entry was posted in αναρχία and tagged . Bookmark the permalink.