Αδιέξοδες διαμαρτυρίες

Κάθε φορά που η άρχουσα τάξη εξαπολύει την επίθεσή της ενάντια στα χαμηλότερα
κοινωνικά στρώματα, δέχεται την μικρή ή μεγάλη αντίσταση τους γιατί όπως είναι
γνωστό όπου υπάρχει δράση υπάρχει και αντίδραση. Οι πιο συνηθισμένοι τρόποι με
τους οποίους εκδηλώνεται η λαϊκή δυσαρέσκεια είναι οι απεργίες, οι διαδηλώσεις, οι
καθιστικές διαμαρτυρίες, οι καταλήψεις κτιρίων, το κλείσιμο δρόμων και σε κάποιες
περιπτώσεις οι επιθέσεις σε κυβερνητικούς στόχους, η πυρπόληση κρατικών κτιρίων
με αποκορύφωμα την ένοπλη πάλη.
Ειδικά οι πρώτοι τρόποι χρησιμοποιήθηκαν δεόντως την περίοδο που διανύουμε.
Το θέμα είναι όμως κατά πόσο είναι αποτελεσματικοί για να αντιμετωπίσουμε την καταιγίδα των μέτρων που έρχονται για να υποβαθμίσουν εντελώς τις ζωές μας.
Δεν αρκεί απλά το να βάζεις στόχους πχ. να μην εφαρμοστούν τα μέτρα που θέλει
να επιβάλει η τρόικα, αλλά πρέπει να επιλέξεις και να εφαρμόσεις την κατάλληλη
στρατηγική για να πετύχεις αυτό που θέλεις. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γνωρίζεις
τα όπλα και τις τακτικές του εχθρού σου και παράλληλα να είσαι προετοιμασμένος για αλλαγές ώστε να μπορέσεις να ανταπεξέρθεις στις νέες συνθήκες πολέμου. Δεν
είναι δυνατόν να αντιμετωπίσεις μια σύγχρονη απειλή με απαρχαιωμένα μέσα.
Το εργατικό κίνημα – όπως και το αντιεξουσιαστικό – έχει πληρώσει πολύ ακριβά την
ανικανότητα του να απαγκιστρωθεί απ’ τις παλιές μεθόδους πάλης και να υιοθετήσει
νέες που ανταποκρίνονται στη σημερινή εποχή. Η μια αποτυχία φέρνει την άλλη και καθώς η απογοήτευση εξαπλώνεται στον κόσμο οδηγούμαστε σε αδιέξοδο. Κάποιοι
μάλιστα φτάνουν σε σημείο να θεωρούν την απάθεια και την αδιαφορία για τα
κοινωνικά ζητήματα ως δείγμα εξυπνάδας. Για να αναφέρω ένα σχετικό παράδειγμα,
ήταν ένας τύπος στο καφενείο και βλέποντας στην τηλεόραση εικόνες απ’ τον άγριο
ξυλοδαρμό αγανακτισμένων πολιτών στο Σύνταγμα είπε στην παρέα του : « Όρεξη που την έχει ο κόσμος! Πάνε και στήνονται μπροστά στη Βουλή να τρώνε ξύλο και
να αναπνέουν τα δακρυγόνα λες και θα κάνουν τίποτα μ’ αυτό. Το Μνημόνιο θα
ψηφιστεί κι ας φωνάζουν όσο θέλουν. Εγώ ποτέ μου δεν έχω πάει σε πορεία κι ούτε πρόκειται. Μαλάκας είμαι; Δουλεύω όπου βρω και με όσα βγάζω κοιτάω να
περνώ καλά τη μέρα μου και τίποτα παραπέρα. Θα κάτσω να συγχύζομαι με τις
μαλακίες του καθενός και να φθείρω τον εαυτό μου; Η κοινωνία πάντα σκατά ήταν
και πάντα έτσι θα είναι οπότε στον πούτσο μου κι εμένα! »
Το παραπάνω άτομο αντιπροσωπεύει μια σημαντική μερίδα πολιτών που έχουν χάσει
οριστικά την πίστη και την ελπίδα τους για ένα καλύτερο αύριο. Κι όπως είναι φυσικό όποιος δεν έχει όραμα δεν έχει κανένα λόγο να αγωνιστεί. Όσοι όμως έχουν και είναι ακόμα κοινωνικά δραστήριοι θα αποσυρθούν κάποια στιγμή αν βλέπουν μόνο ήττες και αλλαγή προς το χειρότερο παρά τις προσπάθειες που καταβάλλουν.
Η εξουσία έχει εκσυγχρονιστεί και πλέον έχει μεγάλη πείρα στην αντιμετώπιση των
λαϊκών διαμαρτυριών και των ταραχών που σημειώνονται κάθε τρεις και λίγο. Οι
συνήθεις τακτικές των εξεγερμένων όχι μόνο δεν κλονίζουν τα θεμέλια του κράτους
αλλά τα ενισχύουν κι από πάνω. Γι’ αυτό είναι καιρός για τους αγωνιζόμενους να
κάνουν την αυτοκριτική τους και να αναρωτηθούν επιτέλους γιατί τα πάντα πάνε τόσο στραβά. Παρακάτω θα κάνω μια αναφορά στις κλασικές μεθόδους αγώνα και
στις αδυναμίες που εμπεριέχει η καθεμία ώστε να φανούν τα αίτια της αποτυχίας
πολλών κινητοποιήσεων. Η κριτική αυτή δε στοχεύει σε καμία περίπτωση στο να
δημιουργηθεί κλίμα ηττοπάθειας αλλά στο να αναθεωρήσουμε τις πρακτικές μας και
να γίνουμε πιο εφευρετικοί για να έχουμε επιτυχία.

Απεργία : Σκοπός της απεργίας υποτίθεται ότι είναι να ζημιωθούν τα αφεντικά έτσι
ώστε να θεωρήσουν πως τους συμφέρει περισσότερο η ικανοποίηση των αιτημάτων των εργαζομένων τους απ’ την απραγία της επιχείρησης τους. Πως μπορεί όμως να
ζημιωθεί μια επιχείρηση με 24ωρες απεργίες; Ο εργοδότης θα αναπληρώσει το χαμένο χρόνο εργασίας τις επόμενες μέρες είτε με εντατικοποίηση της δουλειάς είτε
με απλήρωτες υπερωρίες. Εκτός των άλλων υπάρχουν πάντα κάποιοι εργαζόμενοι που
δεν απεργούν και παίζουν το ρόλο του απεργοσπάστη επωμιζόμενοι το μερίδιο της
εργασίας που αναλογεί στους απεργούντες συναδέλφους τους. Αν για παράδειγμα ένα
εργοστάσιο κατασκευής ρούχων απασχολεί 100 γαζωτές και οι μισοί απεργήσουν, σε
περίπτωση που οι 50 εναπομείναντες ράψουν τα διπλάσια ρούχα απ’ ότι συνήθιζαν
στη βάρδια τους και στις υπερωρίες τότε ο εργοδότης δε θα έχει καμία απολύτως ζημιά. Οι μόνοι που θα έχουν πρόβλημα θα είναι όσοι συμμετείχαν στην απεργία γιατί θα στοχοποιηθούν και αργά ή γρήγορα θα βρεθούν απολυμένοι με οποιαδήποτε γελοία αφορμή.
Αν πάλι συμβεί να απεργήσει το σύνολο των εργαζομένων, τα αφεντικά μπορούν να
βρουν εύκολα εφεδρείες ανάμεσα στις στρατιές των εξαθλιωμένων ανέργων που θα
δούλευαν και για ένα κομμάτι ψωμί. Έτσι όταν οι αγωνιζόμενοι αποφασίσουν να
επιστρέψουν στη δουλειά τους θα βρουν τις θέσεις εργασίας τους κατειλημμένες από
ολιγαρκείς, υποταγμένους ντόπιους ή αλλοδαπούς. Κάτι τέτοιο προκαλεί μια τρομερή
απογοήτευση και επιβεβαιώνει το ρητό « όποιος θέλει τα πολλά χάνει και τα λίγα »
με το χειρότερο τρόπο. Γι’ αυτό οι περισσότεροι όταν ή αν ξαναβρούν δουλειά θα το
διπλοσκεφτούν αν θα πάρουν πάλι μέρος σε απεργία ενώ άλλοι δε θα τολμήσουν ούτε να το διανοηθούν μετά απ’ όσα έπαθαν. Πέρα απ’ αυτά, αν τα αφεντικά τα βρουν σκούρα με τις συνεχείς κινητοποιήσεις των υπαλλήλων τους και δουν τα κέρδη τους να μειώνονται δε θα διστάσουν να κηρύξουν πτώχευση αφήνοντας όσους
δούλευαν γι’ αυτούς απλήρωτους και στη συνέχεια να μετακινήσουν τις επιχειρήσεις
τους σε τριτοκοσμικές χώρες όπου δεν υπάρχουν εργασιακά δικαιώματα και όλοι οι
εργοδότες εκεί δρουν ασύδοτα.

Διαδήλωση : Η διαδήλωση αποτελεί ένα μέσο επίδειξης ισχύος απ’ την πλευρά των
αγωνιζόμενων προς την κυβέρνηση. Όταν μαζευτεί ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων
δυσαρεστημένων με κάποιες πολιτικές τότε οι κυβερνώντες μπορεί να υποχωρήσουν
φοβούμενοι κλιμάκωση των κινητοποιήσεων. Αυτό όμως θα είναι μόνο μια προσωρινή νίκη καθώς τα ενοχλητικά μέτρα μπορούν να ψηφιστούν όταν το ενδιαφέρον του κόσμου θα είναι στραμμένο αλλού ή σε διάστημα που δεν είναι εύκολο να οργανωθούν πορείες. Μερικά γνωστά παραδείγματα είναι η ψήφιση νομοσχεδίων για την παιδεία μέσα στις διακοπές ή την περίοδο των Πανελλαδικών εξετάσεων και των εξεταστικών των φοιτητών καθώς τότε θα υπάρξει η μικρότερη δυνατή αντίσταση στις επιθέσεις της εξουσίας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τις διαδηλώσεις που οργανώνονται από συνειδητές μειοψηφίες πχ. αναρχικούς είναι ότι συγκεντρώνουν μόνο ένα μικρό πλήθος ομοϊδεατών τους και κατά συνέπεια περνούν απαρατήρητες απ’ το ευρύ κοινό. Οι μόνες περιπτώσεις στις οποίες τα Μ.Μ.Ε κάνουν
τον κόπο να ασχοληθούν μαζί τους είναι όταν σημειώνονται επεισόδια. Γι’ αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι βγάζουν λανθασμένα συμπεράσματα όπως ότι ο σκοπός των αναρχικών είναι τα σπασίματα και το μπάχαλο και ότι ο αναρχισμός αφορά ένα
περιθωριακό κομμάτι νεολαίας με το οποίο δεν έχουν τίποτα κοινό. Έτσι λοιπόν οι δυναμικές, συγκρουσιακές πορείες όχι μόνο δεν προκαλούν φόβο στους εξουσιαστές αλλά τους δίνουν επίσης την ευκαιρία να βρουν συγκεντρωμένους μερικούς απ’ τους πιο φανατικούς εχθρούς τους και να τους προσάγουν στην Ασφάλεια για φακέλωμα ή ακόμα χειρότερα σύλληψη. Κάθε φορά που κατεβαίνει πολύς κόσμος στο δρόμο για να δείξει τη δυσαρέσκεια του και να διαμαρτυρηθεί, αρχικά οι κρατικές αρχές τηρούν στάση αναμονής. Ξέρουν απ’ τις προηγούμενες φορές ότι οι συμμετέχοντες κάποια στιγμή θα ξενερώσουν και ότι οι κινητοποιήσεις θα αποδυναμωθούν και θα ξεφουσκώσουν. Είναι άλλωστε πρακτικά αδύνατο να βρίσκεται κάποιος μέρα νύχτα
στους δρόμους για μεγάλο χρονικό διάστημα αντιστεκόμενος στις νέες επιταγές της εξουσίας. Οι υποχρεώσεις τρέχουν, όπως και οι ανάγκες γι’ αυτό αργά ή γρήγορα θα επιστρέψει κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Οι εργαζόμενοι πίσω στις δουλειές τους, οι μαθητές στα σχολεία τους και οι φοιτητές στις σχολές τους. Αν πάλι οι διαδηλώσεις τραβήξουν για μεγαλύτερο διάστημα απ’ ότι φαντάζονταν οι εξουσιαστές τότε πέφτουν οι μάσκες και αποκαλύπτεται η πραγματική φύση του κράτους και των μηχανισμών προστασίας του. Οι δυνάμεις καταστολής ξεσαλώνουν εξαπολύοντας λυσσαλέες επιθέσεις ενάντια στους διαδηλωτές στέλνοντας εκατοντάδες στα νοσοκομεία ενώ διαλέγουν άτομα απ’ το σωρό για να τα παραπέμψουν έπειτα στον εισαγγελέα φορτωμένα με τις πιο βαριές κατηγορίες όπως πχ. απόπειρα δολοφονίας, εμπρησμός, επίθεση κατά των αρχών, πρόκληση σωματικής βλάβης κτλ., κι όλα αυτά με μόνο στοιχείο τις καταθέσεις ευφάνταστων-φαντασιόπληκτων μπάτσων που θα
παρουσιαστούν αργότερα στο δικαστήριο λέγοντας ένα κάρο ψέματα που θα έχουν ως αποτέλεσμα τις βαριές καταδίκες και την ηθική ή και σωματική εξόντωση συνειδητοποιημένων κοινωνικών αγωνιστών. Ειδικά ο αντιεξουσιαστικός χώρος έχει
πληρώσει τη νύφη μετά την αιματηρή καταστολή λαϊκών κινητοποιήσεων πάμπολλες φορές. Ενώ οι περισσότεροι προσαχθέντες απελευθερώνονται λίγες ώρες αργότερα, οι
αντιεξουσιαστές συνήθως προφυλακίζονται ή καταβάλλουν τεράστιες εγγυήσεις για να παραμείνουν ελεύθεροι μέχρι να γίνει το δικαστήριο. Στη συνέχεια οι συλλογικότητες του αναρχικού χώρου επικεντρώνουν τον αγώνα τους στην απελευθέρωση των έγκλειστων αγωνιστών και όλη τους η ενέργεια καταναλίσκεται στις καμπάνιες αλληλεγγύης. Έτσι βγαίνουν ζημιωμένες γιατί απ’ τη μία χάνουν μερικούς εκλεκτούς συντρόφους, οι οποίοι θα σαπίζουν για καιρό στη φυλακή ενώ απ’ την άλλη αυτά τα τρεχάματα τις εμποδίζουν να απευθυνθούν στην υπόλοιπη κοινωνία και να την πείσουν ότι η αναρχία είναι η λύση στα κοινωνικά προβλήματα.

Καθιστική διαμαρτυρία : Η καθιστική διαμαρτυρία είναι μια απ’ τις πιο ειρηνικές
μορφές κινητοποιήσεων. Ως τέτοια λοιπόν καταφέρνει να συγκεντρώνει πλήθος ανθρώπων που έχουν έτσι την ευκαιρία να ανταλλάξουν απόψεις μεταξύ τους.
Πέρα απ’ αυτό όμως δεν προσφέρει κάτι άλλο. Το καπιταλιστικό-εκμεταλλευτικό
σύστημα δεν απειλείται σε καμία περίπτωση από ένα σύνολο ατόμων που κάθονται
στο δρόμο ή στα σκαλιά ενός κρατικού κτιρίου κρατώντας πλακάτ ή φωνάζοντας συνθήματα. Και στο κάτω κάτω όποτε οι κρατιστές βαριούνται την όλη κατάσταση,
στέλνουν τα Μ.Α.Τ να καθαρίσουν είτε τραβολογώντας τους παρευρισκόμενους ή
σπάζοντας τους στο ξύλο.

Κατάληψη : Η χρησιμότητα της κατάληψης έγκειται στο γεγονός ότι παρεμποδίζει
την ομαλή λειτουργία του συστήματος για ένα ορισμένο διάστημα. Αν έχουμε για
παράδειγμα καταλήψεις στα σχολεία, τότε σταματάει η εκπαιδευτική διαδικασία και
κατά συνέπεια βαλτώνει η προσπάθεια επιβολής της κρατικής προπαγάνδας. Αν πάλι
έχουμε καταλήψεις σε εργοστάσια, τότε διακόπτεται η παραγωγή προϊόντων και αυτό
αποτελεί ένα πλήγμα στην οικονομία, πράγμα που πονάει πραγματικά τους κάθε λογής εξουσιαστές. Αυτό βέβαια ισχύει μόνο για τις μαζικές καταλήψεις που έχουν εξαπλωθεί σε πολλές περιοχές της χώρας. Κατά κύριο λόγο οι καταλήψεις γίνονται ανεκτές για λίγο καιρό, για όσο δηλαδή διαρκούν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των καταληψιών και των αρχών. Αν δεν υπάρξει συμβιβασμός μεταξύ των δύο πλευρών τότε το λόγο έχουν όπως πάντα οι δυνάμεις καταστολής. Το θετικό με τις καταλήψεις είναι ότι αποτελούν μια καλή ευκαιρία για τους συμμετέχοντες σ’ αυτές να κάνουν ένα διάλειμμα απ’ τα διαβάσματα ή το φόρτο εργασίας τους για να γνωριστούν καλύτερα μεταξύ τους, να προσπαθήσουν να εντοπίσουν τα κοινά τους προβλήματα και να βρουν λύσεις σ’ αυτά. Η κατάληψη όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι αρκετή για να φέρει την κοινωνική ανατροπή. Ως πρώτο βήμα είναι χρήσιμη για να προωθηθούν οι αγώνες των καταπιεσμένων, αλλά πρέπει να υπάρξει και συνέχεια γιατί αλλιώς όταν γίνεται αυτοσκοπός το αποτέλεσμα είναι να οδηγούμαστε σε αδιέξοδο.

Κλείσιμο δρόμων : Το κλείσιμο των δρόμων είναι μια τακτική πάλης που χτυπάει
το καπιταλιστικό καθεστώς στον πυρήνα του. Το εμπόριο είναι το παν για τους
επιχειρηματίες-κεφαλαιοκράτες και γι’ αυτό η οποιαδήποτε παρεμπόδιση στη μεταφορά
και διακίνηση προϊόντων θίγει άμεσα τα συμφέροντα τους. Έτσι οι αντιδράσεις των κρατούντων είναι λυσσαλέες. Και σα να μην έφταναν οι επίσημες δυνάμεις καταστολής, οι εξουσιαστές συχνά επιστρατεύουν μπράβους, φασιστοειδή και κάθε καρυδιάς καρύδι – οι οποίοι συνήθως παρουσιάζονται με την ταμπέλα του αγανακτισμένου πολίτη – για να επιτίθενται και να τρομοκρατούν τους αγωνιστές στα μπλόκα. Σε αυτό το σημείο όμως δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι αρκετές φορές τα μπλόκα στους δρόμους ταλαιπωρούν άλλους καταπιεσμένους ανθρώπους είτε άμεσα πχ. όσους ταξιδεύουν είτε έμμεσα πχ. τους κατοίκους πόλεων που μένουν χωρίς ορισμένα βασικά αγαθά. Αν λοιπόν το κλείσιμο δρόμων κρατήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, αρκετοί πολίτες χάνουν εντελώς την υπομονή τους και σταματούν να είναι αλληλέγγυοι προς τους αγωνιζόμενους. Όταν λοιπόν η διαμαρτυρία απομαζικοποιηθεί και χάσει την υποστήριξη της απ’ την κοινωνία, η συντριβή της είναι παιχνιδάκι για τις δυνάμεις του « νόμου και της τάξης ».

Καταστροφή-εμπρησμός κρατικών και καπιταλιστικών κτιρίων στόχων :
Είναι μια αρκετά συνηθισμένη τακτική των εξεγερμένων στην οποία καταφεύγει φανατικά το μαύρο μπλοκ. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, μ’ αυτό τον τρόπο ζημιώνονται οι εξουσιαστές-εκμεταλλευτές. Όμως αν κανείς είναι πιο παρατηρητικός θα δει ότι κάτι τέτοιο απέχει πολύ απ’ την πραγματικότητα. Αν έχουμε φθορές-καταστροφή σε ένα κρατικό κτίριο, αυτός που ζημιώνεται πραγματικά είναι ο λαός γιατί τα χρήματα που θα χρειαστούν για την αποκατάσταση των ζημιών θα προέλθουν απ’ τη φορολογία.
Αν υπάρξουν φθορές στις εγκαταστάσεις μιας μεγάλης επιχείρησης όπως πχ. σε ένα κατάστημα της αλυσίδας Benetton ή σε εστιατόριο MacDonald’s, οι μέτοχοι τους δεν πρόκειται να χάσουν τίποτα γιατί είτε οι ζημιές θα καλυφθούν απ’ τις ασφαλιστικές είτε θα βγάλουν τα παραπάνω χρήματα που απαιτούνται για τις επισκευές κάνοντας περικοπές στις αμοιβές των υπαλλήλων τους ή εντατικοποιώντας τη δουλειά στα
εκατοντάδες άλλα καταστήματα τους που έχουν σε όλο τον κόσμο. Έτσι αποτέλεσμα μηδέν ή και χειρότερο απ’ το μηδέν σε περίπτωση που συλληφθεί κάποιος σύντροφος και βρεθεί στα δικαστήρια φορτωμένος με όλο τον ποινικό κώδικα.

Ένοπλη πάλη : Η χρησιμότητα ή μη της ένοπλης πάλης είναι ένα θέμα αγκάθι που
προκαλεί ατελείωτες συζητήσεις και κόντρες μεταξύ των ατόμων που εργάζονται για
την ανατροπή του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος. Απ’ τη μία πλευρά είναι όσοι υποστηρίζουν φανατικά τη χρήση βίας, απ’ την άλλη είναι οι πασιφιστές που είναι
εντελώς αντίθετοι με κάθε μορφή βίας ενώ κάπου ενδιάμεσα βρίσκεται η πλειοψηφία
των αγωνιστών που απορρίπτει την άσκοπη βία αλλά υποστηρίζει τη δυναμική αντίδραση στις περιπτώσεις που αυτό κρίνεται απαραίτητο. Η ένοπλη πάλη μπορεί να
περιλαμβάνει δολοφονίες πολιτικών προσώπων, στρατιωτικών, αστυνομικών ή ακόμα και μάχες μεταξύ των εξεγερμένων και των δυνάμεων καταστολής. Αν ανατρέξει κανείς στην ιστορία θα δει ότι οι δολοφονίες υψηλά ιστάμενων προσώπων δεν έφεραν σε καμία περίπτωση την πολυπόθητη αλλαγή στις ζωές των απλών ανθρώπων. Το μόνο πράγμα στο οποίο βοηθούν είναι στο να εναλλάσσονται τα πρόσωπα στο πολιτικό προσκήνιο και να ανανεώνεται η δεξαμενή υλικού της ελίτ.
Συν τοις άλλοις το κράτος εκμεταλλεύεται τέτοιου είδους πράξεις για να περιορίζει
τις ελευθερίες των πολιτών και να συλλαμβάνει τους αντιφρονούντες κατηγορώντας
τους ως τρομοκράτες. Μια τέτοια τακτική ευνουχίζει τις κοινωνικές αντιδράσεις και
τις καταδικάζει να είναι ακίνδυνες ώστε να μη χαρακτηριστούν ως τρομοκρατία.
Γι’ αυτό όταν η ένοπλη πάλη χρησιμοποιείται από επαναστατικές μειοψηφίες ή αλλιώς πρωτοπορίες, το πλήθος μένει αμέτοχο ενώ το κράτος δείχνει τα δόντια του.
Τώρα όσον αφορά τη σύγκρουση ανάμεσα στον επαναστατημένο λαό και τις δυνάμεις καταστολής, κάτι τέτοιο παρατηρείται σε κάθε σοβαρή επανάσταση όταν όμως αυτή έχει φτάσει σε προχωρημένο στάδιο και έχει την υποστήριξη μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Με την εξέλιξη της στρατιωτικής τεχνολογίας όμως τα πράγματα έχουν δυσκολέψει υπερβολικά για τους εξεγερμένους που θα έχουν τεράστιες απώλειες αν επιχειρήσουν κατά μέτωπο επίθεση. Το σαμποτάζ βέβαια μπορεί να βοηθήσει αρκετά σε τέτοιες περιπτώσεις αλλά το αποτέλεσμα είναι αμφίβολο ειδικά αν υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ των εξεγερμένων ως προς το ποια κατεύθυνση θα ακολουθήσουν και πως θα οργανώσουν τη ζωή τους μετά τη συντριβή των καθεστωτικών δυνάμεων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της Ρωσικής επανάστασης όπου όταν καταστράφηκαν οι τσαρικές δυνάμεις ο λαός βρέθηκε σε αμηχανία χωρίς να έχει ιδέα πως θα ζήσει από κει και πέρα.
Έτσι αφού οι ιδέες των αναρχικών δεν ήταν και τόσο διαδεδομένες, το κόμμα των Μπολσεβίκων βρήκε την ευκαιρία να αναρριχηθεί στην εξουσία και να επιβάλλει την πιο σκληρή δικτατορία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο
να έχουμε κατασταλάξει ως προς το τι ακριβώς θέλουμε προτού προχωρήσουμε σε δράση. Διαφορετικά όλες οι προσπάθειες θα πάνε στο βρόντο.

Συμπέρασμα : Το βασικό πρόβλημα με τις παραπάνω μεθόδους αγώνα είναι ότι δεν
παρέχουν στους αγωνιζόμενους τη δυνατότητα να ελέγχουν οι ίδιοι τη ζωή τους και
να μπορέσουν επιτέλους να απαγκιστρωθούν απ’ το κράτος και το εκμεταλλευτικό σύστημα που αυτό επιβάλλει. Πιστεύω ότι αυτό που κάνει την πλειοψηφία των ανθρώπων να υποτάσσεται στους εξουσιαστές και τις δυνάμεις ασφαλείας τους είναι
το πανίσχυρο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ο μέσος άνθρωπος πολύ δύσκολα θα
φτάσει στο σημείο να ξεστομίσει « ελευθερία ή θάνατος » και να το εννοεί πραγματικά. Το πιο πιθανό είναι να σκύψει ακόμα πιο πολύ το κεφάλι και απλά να ελπίζει σε καλύτερες μέρες – μια καθαρή ψευδαίσθηση δηλαδή γιατί εξαιτίας της
υποταγής του οι καλύτερες μέρες δεν θα έρθουν ποτέ. Σχεδόν όλοι δέχονται το κράτος και τη μισθωτή εργασία ως αναγκαία κακά γιατί χωρίς αυτά δεν θα είχαν
ούτε τη συνταξούλα τους ούτε τον μισθούλη τους χάρη στα οποία αγοράζουν την
τροφή, το ρουχισμό, τη στέγη και τα φάρμακά τους. Γι’ αυτό κάποια στιγμή όλες οι
παραπάνω διαμαρτυρίες τελειώνουν όταν οι συμμετέχοντες σ’ αυτές έρχονται αντιμέτωποι με σοβαρά βιοποριστικά προβλήματα. Οι απεργίες και οι καταλήψεις
σταματούν όταν εξανεμιστεί το κομπόδεμα των εργατών που τις οργανώνουν. Και
αφού αυτό το κομπόδεμα είναι ελάχιστο, είναι ζήτημα λίγων ημερών ή εβδομάδων
να μείνουν ταπί και ψύχραιμοι αναγκαζόμενοι να επιστρέψουν πίσω στις δουλειές τους. Σε αντίθεση με τα αφεντικά τους που έχουν λεφτά και για τα εγγόνια τους, δεν έχουν την πολυτέλεια να κάθονται άπραγοι για μήνες ή ακόμα και χρόνια.
Αν δεν έχεις τροφή και ένα δικό σου μέρος για να στεγάζεσαι θα πρέπει να βρεις
τα απαιτούμενα χρήματα για να τα εξασφαλίσεις και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσω της εργασίας – ειδικά στην περίπτωση που μένεις σε πόλη. Το ζήτημα της
αυτάρκειας σε βασικά αγαθά είναι το άλφα και το ωμέγα στην παρούσα κατάσταση
και αν δεν το λύσουμε δε θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε στη δημιουργία μιας αναρχικής-κομμουνιστικής κοινωνίας. Η πείνα τρομάζει τους πάντες και θολώνει τη
λογική τους γι’ αυτό και αποτελεί το σημαντικότερο μέσο πίεσης που διαθέτει η
εξουσία. Ποιος θα δεχόταν να είναι ραγιάς, να δουλεύει τουλάχιστον τη μισή μέρα
κάτω απ’ τις διαταγές αλαζονικών αφεντικών που τον αντιμετωπίζουν σα σκουπίδι
άμα μπορούσε να παράγει ο ίδιος την τροφή του ή να τη βρίσκει έτοιμη στο φυσικό περιβάλλον; Σκεφτείτε το λίγο. Αν ζούσατε στην εξοχή και μπορούσατε να καλλιεργείτε οι ίδιοι το φαΐ σας, να έχετε ζώα ή να πηγαίνετε για κυνήγι, ψάρεμα και να μαζεύετε όσα άγρια χόρτα και βότανα θέλετε δε θα ενδίδατε εύκολα στις πιέσεις των εκμεταλλευτών γιατί σε τελική ανάλυση δε θα απειλούνταν η ζωή σας απ’ την πείνα.
Οι βιομήχανοι-καπιταλιστές αντλούν τα θύματά τους κυρίως απ’ το εξαθλιωμένο προλεταριάτο των πόλεων που δεν έχει άλλη επιλογή πέρα απ’ την υποταγή στις ορέξεις τους. Κάθε εξέγερση που πραγματοποιείται σε αστικό περιβάλλον είναι απ’ την αρχή καταδικασμένη γιατί η πόλη μπορεί να μετατραπεί απ’ τη μια στιγμή στην άλλη σε μια θανάσιμη παγίδα για τους κατοίκους της αν επιβληθεί στρατιωτικός νόμος και απαγορευτούν οι μετακινήσεις των ανθρώπων και ο ανεφοδιασμός σε βασικά αγαθά. Εφόσον οι εξουσιαστές και οι μισθοφόροι τους έχουν τον απόλυτο έλεγχο όλων των εισόδων-εξόδων της πόλης και των υδραγωγείων της, μπορούν όποτε το θελήσουν να στερήσουν απ’ όλους την πρόσβαση σε τροφή και νερό και να τους μαντρώσουν εντός των συνοικιών τους μέχρι να λιμοκτονήσουν και να εξαναγκαστούν σε υποταγή. Η διαμαρτυρία κάτω από συνθήκες εγκλεισμού που σου αφαιρούν τη δυνατότητα να επιβιώσεις εκτός του κρατικού συστήματος θυμίζει τη διαμαρτυρία αιχμαλωτισμένων άγριων ζώων που αρνούνται να υπακούσουν στους εκπαιδευτές τους και τιμωρούνται με απόλυτη νηστεία. Οι μόνες επιλογές που έχουν λοιπόν είναι η υποταγή ή ένας αργός θάνατος από πείνα αφού η επιστροφή στη
ζούγκλα όπου έβρισκαν από μόνα τους την τροφή τους είναι πλέον αδύνατη. Έτσι και οι εξεγερμένοι κάτοικοι των πόλεων θα βρεθούν σε αυτή τη θέση όπου είτε θα πρέπει να διαλέξουν την άνευ όρων υποταγή είτε το θάνατο γιατί όντας αποκομμένοι απ’ το φυσικό περιβάλλον μπορούν να εξασφαλίσουν τα αναγκαία μόνο με το χρήμα.
Όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση πιστεύω ότι μόνη λύση στο παραπάνω πρόβλημα είναι η αποκέντρωση και η δημιουργία μικρών κοινοτήτων στις οποίες θα μπορεί να επιτευχθεί η αυτάρκεια μέχρι ένα σημείο. Όταν οι άνθρωποι θα μπορούν να σταθούν στα πόδια τους και να ελέγχουν οι ίδιοι τα μέσα για την επιβίωσή τους, τότε θα έχουν πολλά περιθώρια για επιτυχημένη αντισυστημική δράση αφού θα έχουν πάψει να έχουν ανάγκη το κράτος, τους καπιταλιστές και τα χρήματά τους και θα τους βλέπουν πλέον ξεκάθαρα ως παράσιτα.
Προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει λοιπόν να κινηθούμε από δω και πέρα.

Advertisements
This entry was posted in αναρχία, καταστολή and tagged . Bookmark the permalink.